- ἴδεσκε
- ἴδε, ἰδέειν, ἴδεσκε: see εἴδω (I.).
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
ἴδεσκε — εἶδον see aor ind act 3rd sg (epic ionic) ἰδέω know imperf ind act 3rd sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)